Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Ανταπόκριση 10, Corrispondenza 10



Υπάρχουν μόνο δύο τρόποι για να αποτρέψουμε τη δημιουργία ενός κόσμου 10 εκατομμυρίων ανθρώπων. Είτε πρέπει να μειωθεί ο αριθμός των γεννήσεων, είτε να αυξηθεί ο αριθμός των θανάτων. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Υπάρχουν βέβαια πολλοί τρόποι για την αύξηση του αριθμού των θανάτων. Στη θερμοπυρηνική εποχή μας ένας πόλεμος μπορεί να επιλύσει άμεσα και αποτελεσματικά το θέμα. Οι αρρώστιες και η πείνα επίσης αποτελούν αρχαίες πρακτικές ελέγχου του μεγέθους του πληθυσμού. Για να το πούμε απλά: η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού είναι η μεγαλύτερη απειλή για τα οικονομικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα του ανεπτυγμένου κόσμου.
Ρόμπερτ Μακναμάρα, Ρώμη, 1979, σύνοδος G7. Ήταν τότε διευθυντής της παγκόσμιας τράπεζας και πρώην υπουργός άμυνας των ΗΠΑ επί Βιετνάμ (από τον Μπογιόπουλο).

Σε μια φοντάνα, στο πάρκο κοντά στην Γκαλλερία Μποργκέζε. Συννεφιά και ήλιος. Κάνω μια βόλτα με το ποδήλατο γύρω από το σιντριβάνι, αναζητώντας τη θέση μου, με λίγο ήλιο πάντα. Στην Αθήνα αφήνουν σημειώματα στο σημείο που αυτοκτόνησε ο Δημήτρης Χριστούλας. Δεν είναι απλό. Αυτό που έγινε, δεν είναι απλό. (Ο θάνατος ενώπιον του δήμου, του λαού, συνιστά απολύτως συνειδητή πολιτική πράξη -Δελαστίκ, 8/4/12).

Ονειρεύομαι μια εξέδρα στην πλατεία. Ανεβαίνω με μια ντουντούκα και φωνάζω προς τη Βουλή. Λόγια σαν: Εσείς, υπεύθυνοι όλων αυτών των θανάτων. Εσείς και τα αφεντικά σας. Εσείς, πιστά σκυλιά. Εμείς, υπεύθυνοι της παραχώρησης, της απαλλοτρίωσης κάθε συνείδησης. Κάθε πράξης συνειδητής.
Το τίμημα είναι βαρύ. Εσείς, σκυλιά των αφεντικών σας, σκυλιά μαύρα. Εμείς;
Υπάρχει πρώτο πληθυντικό τώρα; Τι σημαίνει; Τι εννοεί; Τι είναι ικανό να κάνει;
Ονειρεύομαι μια εξέδρα και μια ντουντούκα. Προς τη Βουλή. Και προς τα μέσα.
Ένα παιδί παίζει στο σιντριβάνι, μ' ένα κλαδί βυθίζει ένα φύλλο στο νερό. Απλά πράγματα. Μαχαίρια (κι άλλος νεκρός στην Ιταλία σήμερα).

Είναι κάτι μικρά βιβλιαράκια τσέπης εδώ, τα λένε vade mecum, έλα μαζί μου

Ιωάννα, Ρώμη, 6-4-12
φωτο: χόρτα στον Τίβερη
γυναίκα σε σκουπίδια λαϊκής, από απεργιακό φύλλο Ελευθεροτυπίας, 25/2/12






Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Ανταπόκριση 9, Corrispondenza 9



Λίγες μέρες πριν: τριαντάφυλλα όλων των χρωμάτων, σε στρώσεις. Κάτω πρασινάδα, έπειτα λευκά, διακοπτόμενα από λίγα κόκκινα και ροζ, έπειτα κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλί. Αλλά αυτές οι στρώσεις δεν είναι αυτόνομες, τα χρώματα εισέρχονται, διεισδύουν το ένα μέσα στο άλλο, σα να έσταξε λίγο παραπάνω το πινέλο σ' αυτή τη μεριά, και χρωμάτισε και λίγο παρακάτω. Σήμερα: απίστευτη σύνθεση, αριστερά πρασινάδες, φτέρες, μέσα από τις οποίες ξεπροβάλλουν τρυφερά ροζ τριαντάφυλλα, μα όχι πάλι τριαντάφυλλα ακριβώς, είναι σαν πλισέ, σαν λεπτά κομμάτια μετάξι (μήπως ξέρεις τι είναι;) Και δεξιά, ισόποσα στη σύνθεση, άσπρα τριαντάφυλλα ως απάνω. Φωτογραφίζω καθώς περνάμε με τη μηχανή, μποντζόρνο, ο ανθοπώλης μας χαμογελά, του χαμογελάμε. Θυμάται ότι οι φωτογραφίες είναι για την Ελλάδα.
Προσπαθώ να σκεφτώ τον τρόπο με τον οποίο το χέρι του τακτοποιεί κάθε μέρα τα λουλούδια, φτιάχνοντας πίνακες ζωγραφικής πάνω στο καρότσι του, στη γωνία του δρόμου. Ποια δύναμη, ποια τρυφερότητα τον κινεί, και δημιουργεί αυτούς τους συνδυασμούς, τις λεπτές αποχρώσεις, τα βαθιά συναισθήματα; Χαμογελάει όταν τα φτιάχνει; Τα χέρια του, κινούμενα αναγκαστικά τρυφερά για να μη σπάσουν μίσχους και άνθη, μεταφέρουν αυτή την τρυφερότητα, τη βαθύτητα, ως την ψυχή του; Ή είναι μια κίνηση αναγκαστική, της δουλειάς, που αφήνει αμέτοχο το υπόλοιπο σώμα; Την καρδιά;
Νομίζω δε γίνεται. Το χαμόγελό του παραείναι τρυφερό (κρυφά τρυφερό) για κάτι τέτοιο.

Και γιατί γράφω για λουλούδια; Ο ανθοπώλης, γωνία Σόλωνος και Χαριλάου Τρικούπη δεν είναι πια εκεί, μου γράφετε. Η Αθήνα- η Αθήνα τι; πώς μπορώ να γράφω για την Αθήνα όταν δεν είμαι εκεί, όταν δεν περπατώ στους δρόμους που είχε ανθοπώλες (χα!), όταν δεν περνώ πια την κάτω γωνία του Συντάγματος, όπου ένας άντρας 77 χρονών αυτοκτόνησε σήμερα με μια σφαίρα στο κεφάλι, ήσυχα, σιωπηλά, πίσω από ένα δέντρο, στην κάτω πλευρά του Συντάγματος, γιατί στην πάνω πλευρά του Συντάγματος το έγκλημα περισσεύει.
Κι αφού για όλα αυτά δεν μπορώ να γράψω, γράφω για τον ανθοπώλη στη γωνία, ίσως γιατί υπάρχει η πιθανότητα, σε κάθε ένα από τα λουλούδια που καθημερινά με φροντίδα τοποθετεί, να υπάρχει μια μικρή φωνή για μένα, για μας. Κάθε λουλούδι και μια θέση, μια θέση αντίστασης. Μια θέση ομορφιάς, από αυτές που ίσως πολύ φοβούνται. Όπως τα (κρυφά) τρυφερά χαμόγελα. Της δυνατής οργής.


Ιωάννα, Ρώμη, 4-4-12
φωτο: καρότσι ανθοπώλη






Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Ανταπόκριση 8, Corrispondenza 8



Πιάτσα ντι Σπάνια, σκαλιά. Αυτή τη μεριά της σκάλας την ξέρω καλά. Έχω διαβάσει, έχω κοιμηθεί απογευματάκι (δυο φορές νομίζω, μα αυτή είναι μια άλλη ιστορία). Το σκαλοπάτι δεν πατά καλά αποκάτω, κι όταν κάποιο πόδι προσγειώνεται στο διπλανό, ετούτο αναπηδάει, με μια βαθιά, ριζική κίνηση. Πήγα στην Τρινιτά, στην εκκλησία στην κορυφή της σκάλας, να δω αν έχει ελιές. Είναι των Βαΐων εδώ, αλλά επειδή οι φοίνικες έχουν όλοι σχεδόν μαδήσει, δίνουν ελιές. Αλλά πολλές ελιές, όλοι γυρνούν με κάτι κλαδιά να!, δεν πρέπει να έχουν μείνει πολλά δέντρα σε καλή κατάσταση στην περιοχή.
Βρήκα ελιές, ήρθα έκατσα στα σκαλιά στον ήλιο. Ένιωσα μια μικρή γλυκύτητα για την αντιστοιχία, για το έθιμο. Γιορτάζουν των Βαΐων μια βδομάδα πριν, αλλά πριν από τι; Από τη θρησκεία μου; Αυτή η εκκλησία τώρα είναι αληθινή, έχει ελιές μέσα, οι άνθρωποι τις κουβαλούν παντού στη Ρώμη. Δεν είμαι θρήσκα, κάτι άλλο αναζητώ. Το έθιμο συγκρατεί μια ανάμνηση, μάλλον μια -απούσα τώρα- εμπειρία, ένα κομμάτι συναισθήματος/σχέσης συλλογικό. Αυτό κρατώ μαζί με τις ελιές μου.
Δυο άνθρωποι αυτοπυρπολήθηκαν εδώ τον τελευταίο μήνα, αδυνατούσαν να αντεπεξέλθουν. Στην Ελλάδα κρύβουν τα περιστατικά επιμελώς, αλλά κάπως πάντα τα μαθαίνεις. Κάποιοι γελούν, κάποιοι τρώνε παγωτό, κάποιοι αυτοπυρπολούνται. Αν δεν υπήρχε η αγάπη, θα ήταν αδύνατο να αντέξεις.
Η μόνη απάντηση τώρα είναι ένα μεγάλο, βαθύ, ριζικό όχι.

(ο ανθοπώλης χτες που περάσαμε είχε νάρκισσους, πίσω όρθιους, και μπροστά κιτρινοκόκκινες φρέζιες, μια θάλασσα. -σου γράφω για να κρατήσω την εικόνα, για να σε φτάσω με την εικόνα).

Ακουμπώ το φλιτζάνι και απευθύνομαι στη σκέψη μου. Η σκέψη μου πρέπει να βρει την αλήθεια. Αλλά πώς; Σκληρή αβεβαιότητα, κάθε φορά που η σκέψη νιώθει πως την ξεπερνά ο ίδιος ο εαυτός της. όταν αυτός, ο ερευνητής, είναι ταυτόχρονα κι όλη η σκοτεινή χώρα που πρέπει να ερευνήσει, κι όπου όλα του τα εφόδια δεν τον βοηθούν σε τίποτα. Να ερευνήσει; Όχι μόνο, να δημιουργήσει.
Μ. Προυστ, “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο”

Ιωάννα, Ρώμη, 1-4-12
φωτό: χέρια γυναίκας με κουκλάκια



Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Ανταπόκριση 7, Corrispondenza 7



Παιδικές φωνές περνούν, διασχίζουν το πάρκο. Βίλα Μποργκέζε, ποδήλατο.
Μπροστά στη λίμνη του Ασκληπιού (θα πάμε όταν έρθεις) συνάντησα μια γυναίκα από τη Βουλγαρία. Έφτιαχνε κουκλάκια από ρούχα, που αγοράζει φτηνά, ή παλιά δικά της, που δε φοράει πια. Τη ρώτησα από πού είναι, της είπα ότι είμαι από την Ελλάδα. Άρχισε να μιλά, σπαστά Ιταλικά, πολύ καλύτερα από τα δικά μου, κατάλαβα πως δουλεύει σ' ένα σπίτι εδώ, σε μια γυναίκα, μα την πληρώνει λίγο. Τα βράδυα κάθεται και φτιάχνει κουκλάκια. Τώρα με τα κρύα δεν έβγαινε πολύ, κι έφτιαξε πολλά. Μου είπε ότι δούλευε και στο δρόμο; -”σκούζα, πρίμα πόρτα”- δεν ξέρω αν μου είπε αυτό ή γιατί μου ζήτησε συγνώμη (ο Τζ. μου είπε μετά ότι αυτό είναι ένα πολύ υποβαθμισμένο μέρος, μάλλον ζει εκεί). Γελώντας μου είπε ότι έχει φτιάξει μια σακούλα κουκλάκια, δε φτιάχνει άλλα για την ώρα. Τα πουλάει ένα ευρώ το μεγάλο, πενήντα λεπτά το μικρό. Σκληρή τιμή, τι να πρωτοπληρώσει; Τον κόπο της; Τα βράδυα της; Τη ζορισμένη της ζωή; Πολύ όμορφα κουκλάκια, η τέχνη τους με σταμάτησε και της έπιασα κουβέντα. Ένα ευρώ, πενήντα λεπτά.
Μου είπε αγαπά πολύ την ελληνική μουσική, έχει δυο κασσέτες μαζί της από τη Βουλγαρία και τις βάζει κι ακούει, μια ώρα, δυο ώρες. Μα! (ιταλικό επιφώνημα, δηλώνει απορία για τη ζωή, αγάπη για την τρυφεράδα της, τα παιδιά ακόμα τιτιβίζουν πίσω μου).

Ιωάννα, Ρώμη, 27-3-12
φωτο: γυναίκα με κουκλάκια

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Ανταπόκριση 6, Corrispondenza 6


Ανθοπώλης: σήμερα κρίνοι λευκοί, αλλά όχι λίλιουμ, εκείνοι οι άλλοι, οι πιο δυνατοί, που μοιάζουν σαν αρχαία βάζα, με το χείλος στην πάνω γωνία, σαν έτοιμοι να στάξουν κρασί ή νερό. Μια συστάδα τέτοιοι κρίνοι, κρίνοι calla, όρθιοι πίσω, σαν φράχτης λίγο σκληρός, μπροστά πολύχρωμα τριαντάφυλλα, πιο πολλά κόκκινα, σαν ξέχωρα, μόνα. Τα είδα βιαστικά, μετά τα έκρυψε ένα φορτηγάκι, είμαστε από την άλλη πλευρά του δρόμου σήμερα, δεν πάμε στη Spagna. Πάμε στο κεντρικό της πυροσβεστικής, ο G. και άλλοι πέντε συμβασιούχοι πυροσβέστες πάνε να βρουν το δίκιο τους ή-, ή;, δεν έχει κάτι άλλο. Ή να φύγουν από τη δουλειά, κρατώντας την αξιοπρέπειά τους. Τέσσερις μήνες απλήρωτοι, δεν ξέρουν αν και πότε θα πληρωθούν. Αν και πότε θα ξαναδουλέψουν. Αν και πότε θα πάρουν σύνταξη. Τριάντα χρόνια μέσα στη φωτιά, τα σώματά τους γεμάτα χτυπήματα, τα χρήματά τους γίνονται πολυτελή σπίτια για τα αφεντικά.
Καθώς στρίβουμε στην πλατεία της Δημοκρατίας πλησιάζοντας, κορνάρουν πίσω μας να ανοίξουμε το δρόμο. Είναι η αστυνομία, ακολουθούν Μαζεράτι με μέλη της κυβέρνησης. Ο κόσμος κοιτά με οργή, αυτή τη βαθιά οργή που δεν ξεσπά σε εύκολες αντιδράσεις (αυτή την οργή με την οποία οι Έλληνες δεν παρακολούθησαν χτες τις στρατιωτικές παρελάσεις;). Ένας άντρας μέσα στο πολυτελές αυτοκίνητο χαμηλώνει το βλέμμα, μάλλον όχι από τύψεις. Γράφει ο Μπογιόπουλος, για τον τοκογλυφικό ιμπεριαλισμό: “Στην επιδίωξή του για ένα κέρδος της τάξης του 300% δεν είναι έγκλημα που να μην είναι έτοιμος να διαπράξει ο καπιταλιστής.” Είναι απλό.
Περιμένοντας περπατώ τη Via Nazionalle. Για να βρω φωτογραφία για ανταπόκριση. Ίσως το σιντριβάνι στην πλατεία; Αλλά τι σημαίνει ένα σιντριβάνι σήμερα; Ποιός νοιάζεται; Ποιός αντέχει; Μπαίνω σ' ένα ωραίο βιβλιοπωλείο, βρίσκω e.e. cummings στα αγγλικά και στα ιταλικά. Δεν έχω λεφτά, αντιγράφω με χαρά (ρίμα). Για να ανταποκριθώ:

you asked me to come: it was raining a little
and the spring; a clumsy brightness of air
wonderfully stumbled above the square,
little amorous-tadpole people wiggled

mi invitasti a venire: pioveva sotille
e primavera; nell' aria una goffa lucentezza
ruzzolava splendida in alto sulla piazza,
si dimenavano i passanti girini-amorosi

Μπορεί κάποιος να μου στείλει την ελληνική μετάφρασή του; Έτσι θα φτιάξουμε κάτι τριπλά όμορφο άνευ χρημάτων, μόνο με την καλή μας την καρδιά. Αυτό ναι, είναι διαλεκτικό. Ως εκ τούτου λοιπόν, η στήλη εγκαινιάζει λίστα πραγμάτων τα οποία μπορούν να γίνουν/γίνονται δωρεάν. Δεχόμεθα πιστωτικές. Όχι, δεχόμεθα προτάσεις (οι δικές μας στο επόμενο).
Και Καβάφης, πριν πέντε μέρες ήταν εαρινή ισημερία και ημέρα της ποίησης, και διάβασαν στο Radio 3 την 'Ιθάκη', στις 6 το πρωί! Πάλι αντιγραφή (ο υπεύθυνος του βιβλιοπωλείου αρχίζει να κάνει βόλτες γύρω μου), “επέστρεφε”:

torna sovente e prendimi,
palpito amato [αγαπημένη αίσθησις],
allora torna e prendimi

Ιωάννα, Ρώμη, 26-3-2012
-σημ: οι ερωτήσεις είναι πραγματικές, η ανάγκη είναι πραγματική, δεν είναι η πολυτέλεια ενός ταξιδιώτη. είναι η ανάγκη μιας απάντησης, αγαπημένη αίσθησις
(τα κεντρικά της πυροσβεστικής στη Ρώμη, και Guido Reni/O αρχάγγελος Μιχαήλ..., ήταν στην εφημερίδα πάνω από τη φωτογραφία του Καβάφη)






Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Ανταπόκριση 5, Corrispondenza 5



Σταθμός μετρό Οτταβιάνο, στο Βατικανό. Ένας άντρας μ' ένα σκύλο, γκόλντεν ριτρίβερ, έρχεται στην πλατφόρμα, μαζί με μια γυναίκα, συζητούν (θέα για λίγο στον ηλιόλουστο Τίβερη, το μετρό γίνεται υπέργειο για να τον περάσει, καταγράφω λίγες στιγμές μετά). Το σκυλί έχει στο πλάι του το σήμα του ερυθρού σταυρού. Σιγά-σιγά γύρω του δημιουργείται μια κοινότητα: ένας άντρας κοντοστέκεται, ρωτά τι ράτσα είναι, και κάποια άλλα που δεν καταλαβαίνω. Η γυναίκα που κάθεται δίπλα μου στο παγκάκι χαμογελά γλυκά -συνειδητοποιώ ότι όλοι χαμογελάμε- και μου λέει κάτι σε γρήγορα ιταλικά, χαρούμενη. Καταλαβαίνω μόνο ένα 'βεραμέντε' στο τέλος, ναι, πραγματικά, το σκυλί είναι αξιολάτρευτο, 'καρίνο', λέω για να επιβεβαιώσω ότι κατάλαβα (πριν ήμασταν όλοι ξένοι, σε λίγο θα ξαναγίνουμε).
Το σκυλί είναι το πιο σοβαρό απ' όλους. δέχεται τα χάδια μας μετρημένα, μετακινώντας ελαφρά το σώμα του προς το χέρι που τα δίνει, χωρίς καμία άλλη αντίδραση. Ελέγχει το χώρο. Είναι φύλακας, προστάτης, εδώ στο μετρό οσμίζεται τους ανθρώπους, τους συρμούς, είναι σε επιφυλακή. Αναρωτιέμαι αν χαλαρώνει ποτέ. Ίσως στην εξοχή, σε καμιά παραλία, μόνο με το αφεντικό του.
Το τρένο έρχεται. Ο άντρας παίρνει το σκύλο και προχωρούν. Σηκωνόμαστε όλοι, κάπως πιο χαλαροί, με την αίσθηση της συμμετοχής. Ότι κάτι τρυφερό μας άγγιξε από κοινού και μας μετατόπισε για λίγο.

Δεν πέρασα από τον ανθοπώλη σήμερα. Ωστόσο το βράδυ στη σκηνή του θεάτρου-κατάληψη Βάλλε έπαιξαν εκατό βιολοντσέλα, άλλο ένα γεγονός για την πόλη. Μαζί τους τραγούδησε η Σάρα Τζέιν Μόρρις, 'love is pain', φωνή βαθιά, μπάσα, εσωτερικό τρέμουλο καθώς ακούς. Το συλλογικό σώμα του Μαρτίου. Οι ελληνικές εφημερίδες γράφουν ότι “η κυβέρνηση ολοκληρώνει το έργο της, έχοντας ψηφίσει όλες τις αναγκαίες δεσμεύσεις”. Στο περιοδικό Unfollow/3 αποκαλύπτουν (Ν. Ψαρρού) νομοθεσίες fast-truck παντού: καταπατήσεις κάθε συνθήκης προστασίας περιβάλλοντος, αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, παράνομες αδειοδοτήσεις βιομηχανικών πάρκων, “δεδομένης της κρίσης που ταλανίζει τη χώρα”, σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα (ρωτάω τι να κάνω, ρωτάω τι να κάνω τη φωνή μου, ρωτάω πού είναι η φωνή μου).

Πριν ένα μήνα, από Θησείο προς Μοναστηράκι, παράλληλα με τον ηλεκτρικό και το ποτάμι. Έβρεχε, μέσα στην αρχαία Αγορά ο Ηριδανός (και η οργή) έχουν πλημμυρίσει. Ευθεία η Ακρόπολη. Κόσμος περνά, κοιτά, κάποιος λέει "γαμάτο!". Αρχαία μάρμαρα, δημοκρατία. Όλοι οι σταθμοί του μετρό γύρω απ' το Σύνταγμα είναι κλειστοί "για λόγους ασφαλείας", έχει πορεία. Το ίδιο και η Βουλή, σταθερά περικυκλωμένη από κιγκλιδώματα. Μάλλον θα μείνει έτσι για πάντα (εδώ ειπώθηκε για πρώτη φορά η λέξη "Δημοκρατία". Γαμάτο;). Φόβος, φοβούνται πολύ. Πού ξέρεις; Μπορεί με τον ήλιο να επιστρέψουν τα δεκαπεντάχρονα και να ξαναρχίσουν πετούν νεράντζια. Ή μπορεί να επιστρέψει η ιστορία και να τους πετάξει έξω.

Ιωάννα, Ρώμη, 17 Μαρτίου 2012
(σκύλος Συντάγματος, βιολοντσέλα Ρώμης)





Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Ανταπόκριση 4, Corrispondenza 4



Ανθοπώλης: σήμερα τριαντάφυλλα όλων των χρωμάτων. Κυρίως όμως κίτρινα, ανάκατα με λίγα ροζ κι εκρού στα δεξιά, και πιο πολλά κόκκινα στα αριστερά, καλειδοσκόπιο. Πόσα να είναι; Εκατό; Διακόσια; Ο αριθμός αποτελεί ένα γεγονός για την πόλη. Διακόσια τριαντάφυλλα δεν είναι ένα γεγονός; Ένα συμβάν;

“Νόμιζαν ότι η παραγωγή ακολουθεί την κατανάλωση, ενώ ο Μαρξ έδειξε ότι 'η κατανάλωση είναι που ακολουθεί την παραγωγή'”. (Ν. Μπογιόπουλος, “Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε”). Δηλαδή, έχει χαθεί η ανάγκη.
Ποια είναι η ανάγκη σήμερα; Ποιά είναι η ανάγκη μου σήμερα; Ποια είναι η ανάγκη μου τώρα; Να πιω λίγο νερό. Αα! Ωραία. Ήπια λίγο νερό.
Ποια είναι η ανάγκη σου τώρα; Μήπως να πιεις λίγο νερό; Μπορείς να πιεις λίγο νερό;

“Υποσχεθήκαμε στους εαυτούς μας να διαφέρουμε. βδομάδα μετά τη βδομάδα, κρατήσαμε την υπόσχεσή μας.” Γ. Κουνέλλης.
Η ερώτηση είναι αληθινή. Ποιά είναι η ανάγκη σου σήμερα; Σε παρακαλώ, απάντησέ μου.

Ιωάννα, Ρώμη, 15 Μαρτίου 2012
(φωτογραφία από το Φόρο Ρομάνο, τη Ρωμαϊκή Αγορά, δέντρα στους τοίχους, σκιές)